Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Η Παναγία και ο κλόουν - Διδακτική ιστορία

Ο Πέτρος Γκουερέν ήταν σπουδαίος κλόουν. Τα χρόνια όμως πέρασαν, γέρασε και δεν έβρισκε πια δουλειά. Απελπισμένος και για να μη πεθάνει της πείνας, πήρε το δρόμο για ένα μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία. Ίσως οι καλόγεροι να τον φιλοξενούσαν για λίγο. Πραγματικά, ο ηγούμενος τον κράτησε εκεί, για να κάνει κάποιο θέλημα.
Ο Πέτρος χάρηκε. Κι ήθελε να ευχαριστήσει την Παναγία γι' αυτό. Δεν ήξερε όμως γράμματα, για να μπορεί να διαβάζει στα μεγάλα βιβλία και να της ψέλνει ύμνους, όπως οι καλόγεροι. Αλλά κάτι σκέφτηκε να κάνει κι αυτός... Κι ένα μεσημέρι, που οι καλογέροι ησύχαζαν στα κελιά τους, ο Πέτρος χάθηκε. Ο ηγούμενος, θέλοντας να τον στείλει σε κάποιο θέλημα, έψαξε να τον βρει.Τον γύρεψε παντού μα δεν φαινόταν πουθενά. Κάποια στιγμή πέρασε και μπροστά απ' τη δυτική πόρτα της εκκλησίας κι απ' το μεγάλο τζάμι της έριξε μία γρήγορη ματιά μέσα στην εκκλησία. Και τι να δει! Ο Πέτρος ήταν μπρος στη μεγάλη εικόνα της Παναγίας κι έκανε τούμπες και χίλια δύο ακροβατικά. Μία περπατούσε με τα χέρια, μία ισορροπούσε μόνο πάνω στο ένα χέρι, μία κυλούσε στηριγμένος στις άκρες των ποδιών και των χεριών σαν τροχός. 
Ο ηγούμενος αναστατώθηκε απ' αυτά που έβλεπε. Τα πέρασε για μεγάλη ασέβεια κι ήταν έτοιμος να του βάλει τις φωνές.Ήταν ακριβώς η στιγμή που... ο Πέτρος, ακουμπώντας μόνο πάνω στο κεφάλι του, έπαιζε στα πόδια του, τα γυρισμένα προς τα πάνω, το παλιό του μπαστούνι των κλόουν. Κι είχε αναψοκοκκινίσει το γέρικο πρόσωπό του κι είχαν φουσκώσει οι φλέβες του λαιμού του και ποτάμι έτρεχε ο ιδρώτας από το μέτωπό του. Έτοιμος ήταν να του βάλει τις φωνές ο ηγούμενος. Μα εκείνη τη στιγμή φάνηκε η Παναγία εκεί από τη μεγάλη εικόνα ν' απλώνει το χέρι της, να σκύβει και με την άκρη του μανδύα της να σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπο του Πέτρου.Ανατριχίασε ο ηγούμενος. Γονάτισε, σταυροκοπήθηκε και ψιθύρισε τρέμοντας:
«Συγχώρεσε με, Παναγία μου. Εσύ ξέρεις ποιός σε τιμά και σε δοξάζει καλύτερα...» 
ΠΗΓΗ: http://orthodoxianpress.com/

Ο βράχος της Αγίας Μαρκέλλας, στην Χίο




http://anazhthseis-elena.blogspot.gr/

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Ένας αγροίκος Άγιος




-Άντε, προβατάκια μου, άντε καλά μου… ώρα και σεις
ν’ αναπαυθείτε στη μάντρα σας κι εγώ να σας καληνυχτήσω.
Αν θέλει ο Θεός θ’ ανταμώσουμε το πρωί-πρωί.
Σας αφήνω στο σιέπος* του Θεού. Έτσι δεν λέει η Αγία Γραφή;
«Τοις αγγέλοις Αυτού εντελείται περί σου του διαφυλάξαι σε…». 
Αν καταλαβαίνω καλά κι εγώ, το ξύλο το απελέκητο, τούτο
σημαίνει όλα να τα αναθέτουμε στον Θεό και να γαληνεύουμε. 
Ο Θεός είναι καλός Πατέρας.
Ήταν μια νύχτα με χλωμό φεγγάρι. Εκεί, στον κάμπο τον πλατύ
της Τριμυθούντος, ανάμεσα Πενταδάχτυλου και Τροόδους, των δύο
βουνών «της ωραίας Ελένης» των νησιών, της Κύπρου, το αεράκι
φυσούσε ανάλαφρο. Κανένα σκυλί δεν αλύχταγε στις γύρω μάντρες.
Ο άγροικος*, ο απλοϊκός βοσκός, ο παπάς με το τριμμένο ράσο έτσι
 μίλησε με τα πρόβατά του, που έτρεφε για τις ανάγκες των φτωχών
του. Σήκωσε με ευλάβεια τον αχώριστο σύντροφό του από το πεζούλι
στη γωνιά, το άγιο Ευαγγέλιο, κι αφού το ασπάστηκε, το τοποθέτησε
στη βούρκα* του κι έκλεισε το μαντρί. Σταύρωσε την πόρτα με το δεξί
και πήρε το δρόμο του γυρισμού για το σπιτάκι του.
Στον δρόμο μιλούσε με τους αγγέλους καταπώς συνήθιζε.
«Πρωτάγγελε Μιχαήλ και συ αρχάγγελε Γαβριήλ και συ Ραφαήλ
και συ Ουριήλ, τειχίστε τον κόσμον ούλλον* τζαι δεύτερα τζαι μας.
Σκέπη των πτερύγων σας… Σκέπη των πτερύγων σας…».
Ήταν μια νύχτα με χλωμό φεγγάρι.
Τρεις κλέφτες, παρασυρμένοι από την αγαθοσύνη του καλού βοσκού,
αφού καιροφυλάκτησαν για πολύ, διάλεξαν την ώρα της νύχτας για να
μπουν να κλέψουν μερικά πρόβατα. Παραβίασαν εύκολα την ξυλόπορτα
και όρμησαν μέσα. Έκαναν σαν τρελοί με βιασύνη.
― Τούτον εν* καλόν, Αράπη.
― Τζαι τούτον, τζαι τούτον, Μιχάηλε.
― Γι’ απόψε τρία… Τζαι πάλιν ξαναρκούμαστιν*. Οι νύχτες εν πολλές.
Μόνον γιάλι-άλι*. Αφού τα ξεχωρίσαμεν ας τα πάρουμεν προς την πόρτα.
Να μεν ᾽φκουν* άλλα…
―Ελάτε… ελάτε… Εφκάτε γλήορα. Μεν μας νώσει* κανένας. Θα
κάμουμεν μιάλον* ζιαφέττιν*. Ποιός λοαρκάζει* τον χαντόν* τον
παπάν;
Ο καλοκάγαθος βοσκός ξύπνησε πρωί-πρωί.
Άνοιξε το παράθυρο και κάμνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού
είπε: Δόξα σοι ο Θεός!
Δόξα σοι τω δείξαντι το Φως!
Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας.
Ο Θεός ευχαριστώ σοι. Σιέπε* τον κόσμο ούλλον τζαι δεύτερα τζαι μας.
Έκανε τον όρθρο, διάβασε το Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της ημέρας,
έψαλε… καταπώς συνήθιζε.
Ύστερα ετοίμασε την βουρκούν του και πήρε το μοναπάτι για το
μαντρί.
Ω η φύση με την ομορφιά της!… Τον ανύψωνε στην πάννοστη* ομορφάδα
του ουρανού. Τα τιτιβίσματα τα χαρούμενα, τα πρωινά των πουλιών του
μετέφεραν στ’ αυτιά τις αγγελικές υμνωδίες… Τα πόδια του λες και δεν
 πατούσαν στη γη.
Έφτασε γύρω στις 7:00 π.μ. στο μαντρί του. Σταύρωσε, καταπώς συνήθιζε
την ξυλόπορτα και μπήκε.
Μα τι ήταν αυτό που έβλεπαν τα μάτια του;
Δυό άντρες ίσαμε ᾽κει πάνω, με άγρια μαλλιά και βρώμικα ξεσχισμένα ρούχα
να στέκουν και να μην κινούνται, να μην κάνουν ούτε την παραμικρή κίνηση
για να φύγουν. Μόνο φώναζαν τρομαγμένοι.
― Καλέ άνθρωπε, λυπήσου μας.
― Άγιε άνθρωπε, ελευθέρωσέ μας.
― Ποιοί είστε και από τι να σας ελευθερώσω;
― Να, λαλώ* σου ούλλην την αλήθκειαν. Ήρταμεν για κακόν σκοπόν. Ναι,
ήρταμεν για να σου κλέψουμεν πρόβατα.
― Πε* τα ούλλα, Μιχάηλε, πέρκι* μας συγχωρήσει τζαι μας λυπηθεί…
― Εδκιαλέξαμεν τρία, τζαι μόλις ήμαστιν έτοιμοι να τα φκάλουμεν που την
πόρταν έξω, μια δύναμη μιάλη μας εκοκκάλωσεν. Εμείναμεν ακίνητοι. Τα
πόδκια κολλημένα στο χώμα. Συγχώρα μας. Ούλλην την νύχταν άγρυπνοι 
επασκίζαμεν*, μα τίποτες. Λυπήσου μας… εφταίξαμεν…
Έκθαμβος, αλλά ατάραχος, είπεν ο άγροικος βοσκός.
― Μιχάηλε, έχεις και το όνομα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, παιδί μου… Και
συ, Αράπη, να λευκάνεις, παιδί μου, την ψυχή σου….
― Ξέρεις τ’ όνομά μου;
― Πού ξέρει τ᾽ όνομά σου; Διερωτήθηκε ο Μιχάηλος.
Εγιώ* πάντως εν το είπα.
― Από τη μια γιατί αγρυπνήσατε και από την άλλη γιατί ζητάτε συγγνώμη,
θα ελευθερωθείτε. Όμως ποτέ πια στη ζωή σας να μην επαναλάβετε το κακό.
Ντροπιασμένοι οι δυό κλέφτες έσκυψαν το κεφάλι και έτρεξαν προς την
πόρτα.
Κι ο αγαθός βοσκός τους φώναξε.
―Για ελάτε. Για τον κόπο της αγρυπνίας και την αναγνώριση του σφάλματος
 πάρτε ένα πρόβατο από μένα. Κι ακούτε καλά. Μ’ ακούτε; Τη σωτηρία όλων
 μας θέλει ο Πανάγαθος Θεός. Ο Θεός είναι στοργικός πατέρας.
Ο αγαθός τσοπάνης, ο παπάς με το τριμμένο ράσο, ο ανεξίκακος δεν ήταν άλλος
 από τον «άγροικο», τον απλοϊκό άνθρωπο, που δεν έμαθε να διαβάζει και να
γράφει καλά-καλά, ήταν ο θεοδίδακτος άγιος της Κύπρου, που καταντρόπιασε
 τον αιρεσιάρχη Άρειο, ήταν ο άγιος που ανέστησε προς ώρας τη νεκρή κόρη
του, ήταν ο θαυματουργός άγιος Σπυρίδων, επίσκοπος Τριμυθούντος. Τι κι αν
τον είπαν και ήταν «άγροικος»;
Είναι της Κύπρου το σεμνό και θείο βλάστημα!
Των ορθοδόξων όλων το καύχημα!
————
* άγροικος, ον: απλοϊκός, που δεν σπούδασε
* σιέπος (το): η σκέπη, η προστασία
* βούρκα (η): δερμάτινο σακίδιο
* ούλλος, η, ον: όλος
* εν, ένι: είναι
* ξανάρκουμαι: έρχομαι πάλι
* γιάλι, άλι: σιγά-σιγά
* φκαίνω: βγαίνω, κινούμαι προς τα έξω
* νώθω, γνώθω: αντιλαμβάνομαι
* μιάλος, η, ον: μεγάλος
* ζιαφέττιν (το): συμπόσιο, διασκέδαση
* λοαρκάζω: λογαριάζω
* χαντός, η, ον: κουτός, αφελής
*Σιέπω: σκέπω, προστατεύω
* πάννοστος ο: πολύ επιθυμητός
* λαλώ: λέω
* πε: ειπέ, πες
*πέρκι, πέρκι μου: ίσως
*πασκίζω: πασχίζω, προσπαθώ
* εγιώ: εγώ
*πάντως: οπωσδήποτε
Άγροικος: Σημασιολογική εξέλιξη.
Αρχαία: άγροικος και αγροίκος: Αυτός που ζει στους αγρούς. Μεσαιωνικά: αγροίκος: απλοϊκός, αφελής. Νεότερα: αγροίκος: άξεστος, ακαλλιέργητος στους τρόπους
«Ούτος ουν, ο άγιος Σπυρίδων, άγροικος μεν ην ειπείν κατά την ανατροφήν…» (Άγιος Τριφύλλιος, πρώτος επίσκοπος Λευκωσίας, μαθητής του Αγίου Σπυρίδωνος).
(από το περιοδικό Η Δράση μας)
Κυριακή Παρασκευά
ΠΗΓΗ: http://orthodoxianpress.com/

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΗ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ.

 Πύλος Μεσσηνίας

Με τη χάρη του Θεού και τι πρεσβείες του Αγίου Λουκά 
θα πραγματοποιήσουμε 
τετραήμερη (4) εκδρομή στην Μεσσηνία 
(από 2 - 5 Σεπτεμβρίου 2014) 
για τα μέλη, τους εθελοντές και τους συνεργάτες 
του "Εσταυρωμένου" 

Πύλος Μεσσηνίας

2 Σεπτεμβρίου 2014: 
  • 7:30 π.μ. αναχώρηση από το Βόλο (Δημητριάδος - Αγ. Νικολάου) με προορισμό την Τρίπολη.
  • Στάσεις καθ' οδόν. 
  • Προσκύνημα στην Αγία Θεοδώρα Βάστα. 
  • Καλαμάτα - Πύλο. 
  • Διανυκτέρευση στην Ι. Μονή της Ζωοδόχου Πηγής (Βελανιδιά)
3  - 4 Σεπτεμβρίου 2014.
  • Κατή την παραμονή μας στην Πύλο θα επισκεφθούμε διάφορα προσκυνήματα της Μεσσηνίας. 
5 Σεπτεμβρίου 2014.
  • Επιστροφή για Βόλο. 
  • Καθ' οδόν προσκύνημα στην Παναγία Μαλεβή.
  • Άφιξη αργά το βράδυ στο Βόλο.
Ο ΧΑΡΤΗΣ με τα περίχωρα της Πύλου
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
  1. Πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής στον Πρόεδρο του Συλλόγου από την 22/7/14.
  2. Η τιμή του εισιτηρίου είναι ενδιαφέρουσα με σκοπό να συμμετάσχουν οι περισσότεροι συνεργάτες μας.  Η διαμονή σε ξενώνες της Μονής μας επιτρέπει να χαμηλώσουμε την τιμή του εισιτηρίου. 
  3. Για να πραγματοποιηθεί η εξόρμηση αυτή θα πρέπει να συμμετάσχουν τουλάχιστον 35 πρόσωπα.

Το "Κέντρο Υποδοχής Κρατουμένων" του "Ε" και η λειτουργία του.


Το "Κέντρο Υποδοχής Κρατουμένων" 
του Συλλόγου Συμπαραστάσεως Κρατουμένων Βόλου
"Ο ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ"

δεν θα λειτουργήσει  
τον  ΙΟΥΛΙΟ και τον ΑΥΓΟΥΣΤΟ
λόγω διακοπών.

Για επείγοντα περιστατικά
απευθύνεστε στον Πρόεδρο του Δ.Σ.
π. Θεόδωρο Μπατάκα
Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Νικολάου Βόλου
από την 22α  Ιουλίου και μετά. 

Θα λειτουργήσει κανονικά από την 10η Σεπτεμβρίου 2014
Κ Α Λ Ο   Κ Α Λ Ο Κ Α Ι Ρ Ι   

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Ο άθεος και η γριούλα

Ο άθεος και η γριούλα
Στις δώδεκα τα μεσάνυκτα χτύπησαν την πόρτα. Ήταν μια γριούλα και ζητούσε να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο. Ό Ιερέας ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ή γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον Ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να, ξαφνικά ό παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο. 
Ό άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει. Φύγε από εδώ! Ποιός σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ό παπάς τα έχασε. Μά δεν ήλθα από μόνος μου! με κάλεσε ή γριά! Ποιά γριά; 'Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ό παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα που τον κάλεσε.
Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο. Να αυτή! Ποιά αυτή; Ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι ή μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα! Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος.
Ό άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε. Ή μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει το δρόμο της σωτηρίας.
agioritikovima.gr

S.O.S. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ