Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Ι.. Μ. Σινά: Αιγύπτιος απόστρατος στρατηγός ζητά την εκ θεμελίων κατεδάφιση του ιστορικού μοναστηριού!

monh-sina














Την κατεδάφιση ενός σπουδαίου μνημείου της ανθρωπότητας, ενός ιστορικού μοναστηριού, που προστατεύει η UNESCO, της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, ζητά με αγωγή του στα αιγυπτιακά δικαστήρια ένας απόστρατος στρατηγός.
Ο Αχμέτ Ραγκάι Ατίγια ισχυρίζεται πως το μοναστήρι αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της Αιγύπτου, ζητά να καταστραφεί εκ θεμελίων και να απελαθούν οι μοναχοί που υπηρετούν σε αυτό και οι οποίοι είναι στην πλειονότητά τους Έλληνες.
Ο Ατίγια υποστηρίζει πως έχει 71 διοικητικές πράξεις με τις οποίες εντέλλεται η κατεδάφιση σύγχρονων προσκτισμάτων του μοναστηριού. Με βάση αυτές, επιτίθεται τώρα στα διοικητικά δικαστήρια της περιοχής και αιτείται την πλήρη κατεδάφιση της Μονής.
«Κόκκινο πανί» για τον ίδιο αποτελεί η έπαρση της ελληνικής σημαίας, κάτι που τον κάνει να μιλά. για "κατάληψη αιγυπτιακού χώρου από αλλοδαπούς", πράξη που συνιστά, λέει, «απειλή για την εθνική ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία»!
Ο νομικός εκπρόσωπος της Μονής καταρρίπτει τους ισχυρισμούς αυτούς, αντιτείνοντας το γεγονός ότι οι μοναχοί δεν μπορούν ούτε μια αγιογράφηση ναού να κάνουν χωρίς άδεια από το αιγυπτιακό κράτος, πόσο μάλλον να ανεγείρουν κτίσματα.
Τα επιχειρήματα αυτά, με τα οποία απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του Ατίγια, έχουν κατατεθεί από την τοπική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων στο υπουργείο Πολιτισμού από το 2012.
Ο ενάγων δεν έχει ακόμη παράσχει απόδειξη των κατηγοριών του, ωστόσο το δικαστήριο σύστησε μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων που θα τις εξετάσουν και θα καταθέσουν το πόρισμά τους σύντομα.
Η υπόθεση θα συζητηθεί τον ερχόμενο Ιούνιο, κάτι που σημαίνει πως το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών πρέπει να δράσει τάχιστα.
Ο Ατίγια έχει μηνύσει και τους Βεδουίνους κατοίκους της περιοχής, τους οποίους κατηγορεί για συνεργασία «με τους Έλληνες κατακτητές».
Ο σεΐχης Αχμέντ Ελ Τζελάμπι μιλώντας εξ ονόματος της φυλής Τζεμπελίγια που φρουρεί το μοναστήρι για 1.400 χρόνια, αρνήθηκε τις κατηγορίες, τονίζοντας ότι η φυλή του δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να επιτεθεί στο μοναστήρι ή οποιαδήποτε άλλο σημείο στην περιοχή.
«Η ειρήνη που υπήρχε μεταξύ των μοναχών και των Βεδουίνων του Σινά έχει κάνει το μοναστήρι εμβληματικό», δηλώνει, κάτι που εξυπηρετεί προσκυνητές και επισκέπτες διαφόρων θρησκειών, γλωσσών και του πολιτισμού.
Όσον αφορά τις δήθεν παράνομες δομήσεις, ο Ελ Τζελάμπι είπε ότι ο μόνος «οικισμός» κοντά στο μοναστήρι συναρτάται με ένα πρόγραμμα στέγασης που επιτρέπεται από τις τοπικές Αρχές.
Όπως έχει δηλώσει ο αρχιεπίσκοπος Σινά Δαμιανός, οι Βεδουίνοι, οι οποίοι ζουν από το μοναστήρι και τον θρησκευτικό τουρισμό με τους 300.000 επισκέπτες τον χρόνο (προ εξεγέρσεων), υπερασπίστηκαν δυναμικά τη μονή στις πρόσφατες ταραχές.
«.Μόλις η κατάσταση αγρίεψε, οι Βεδουίνοι περικύκλωσαν το μοναστήρι. Ήταν οπλισμένοι. Στην αρχή τα όπλα τα είχαν κρυμμένα κάτω από τις κελεμπίες, μετά τα κρατούσαν φανερά. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να τα χρησιμοποιήσουν.» είπε.
Η Μονή Αγίας Αικατερίνης χτίστηκε μεταξύ 548 και 565 από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Έχει ανεγέρθεί στη θέση ακριβώς της Φλεγόμενης Βάτου, όπου ο Μωυσής μίλησε με τον Θεό και του είπε να οδηγήσει τους Ισραηλίτες έξω από την Αίγυπτο.
Η μονή πήρε το όνομά της από τη χριστιανή μάρτυρα Αγία Αικατερίνη, της οποίας το σώμα Άγγελος μετέφερε στην κορυφή του όρους Σινά μετά το μαρτύριο της το 307 μ.Χ.. Αργότερα μοναχοί βρήκαν το άφθαρτο σώμα της εκεί και έτσι η Μονή που κτίστηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, πήρε το όνομα της Αγίας.
Ανεκτίμητης αξίας βιβλία, χειρόγραφα, βυζαντινά κειμήλια φυλάσσονται, σε συνθήκες υψηλής ασφάλειας, στα κτίσματά της. Ανάμεσά τους, ένα συμφωνητικό υπογεγραμμένο από τον Μωάμεθ, που λέει ότι οι μουσουλμάνοι πρέπει να σέβονται τα μνημεία των άλλων θρησκειών.
ΠΗΓΗ: defencenet.gr

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ. ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ.



Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ.
 ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ. 
ΟΛΟ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΕΝΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

 Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟ ΚΥΡΙΟ 
ΑΠΟΤΕΛΕΣΕ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ 
ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΣΗΜΕΙΟ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΠΙΣΤΩΝ. 

ΓΙΑΤΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ, ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ, 
ΠΟΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΔΕΧΟΝΤΑΙ 
ΤΗ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, 
ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ, 
ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ,
 ΑΛΛΑ ΣΚΟΝΤΑΦΤΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ.

 ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΤΑΙΑ, 
ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ.

ΕΥΣΤΟΧΑ ΤΟ ΕΧΕΙ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ. 
ΕΙ ΔΕ ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΥΚ ΕΓΗΓΕΡΤΑΙ, ΜΑΤΑΙΑ,Η ΠΙΣΤΙΣ ΗΜΩΝ. (Α.ΚΟΡ. 15,17).

ΠΗΓΗ: /apantaortodoxias.blogspot.gr/

πούλλες - αυκοτές και άλλα πασχαλινά ψωμιά της Κύπρου (ΦΩΤΟ)

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΨΩΜΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΑΣ 

Σταυροκούλουρο αυκοτή
Κουλούρι του Χριστού από την Μηλιά Αμμωχώστου
Κουλούρι πλεξούδα αυκωτή
Το αγκέθενον στεφάνι του Χριστού
Πούλλες με πέντε αυκά
Σταυροκούλουρο της Λαμπρής
Αθθρωπούιν τζιαι ζυμπιλούιν αυκοτές
Τα χέρια του Νυμφίου
Πούλλα  της Λαμπρής από την Ακανθού
Κατσινιόρος
Πούλλες της Λαμπρής 

Από το βιβλίο «Το Πλουμιστό Ψωμί της Κύπρου» της Δωρίτας Βοσκαρίδου

Πηγη:/noctoc-noctoc.blogspot.gr/

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ΑΠΟ ΦΑΝΑΤΙΚΟΥΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ...



Γυρνώντας ό νεαρός Μπράνκο τα προσκυνήματα μέσα στην Αγίαν Πόλη, μάλλον κατά δαιμονική συνεργία, έχασε τον δρόμον και βρέθηκε μέσα στην Εβραϊκή συνοικία.

Άπειρος όπως ήταν αλλά και άθελά του προκλητικός με τα δάκρυά του και τα συχνά σταυροκοπήματα, προκάλεσε τον φθόνο μερικών φανατικών Ιουδαίων.

«Όπλον κατά τού διαβόλου τον σταυρόν σου ήμίν δέδωκας, φρίττει γάρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν» (καθ. όρθρου, πλ. δ')•

Φρίττει ό διάβολος όταν σημειώνουμε πάνω μας τον τύπον τού σταυρού, όμως φρίττουν και οργίζονται συγχρόνως και τα όργανά του, οι εχθροί της πίστεώς μας. Τον πλησιάζουν με τρόπον φιλικό μερικοί Εβραίοι και τον προτρέπουν να τούς άκολουθήση. Απονήρευτος όπως ήταν έκ φύσεως, ό Μπράνκο σκέφθηκε ότι κάτι το αξιοθέατο ήθελαν να τού δείξουν. Προχωρούν σέ μία αυλή, μπαίνουν σέ μία μεγάλη αίθουσα και αμέσως τότε την αμπαρώνουν γερά.

Στη μέση της αίθουσας εύρίσκετο ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο φονικά όργανα. Επίσης στο τραπέζι πάνω διέκρινε και στεγνά αίματα. Τότε οι καλοί εκείνοι «φίλοι» προστάζουν το νέο ν’ ανέβει πάνω στο τραπέζι- Εκείνη μόλις την στιγμήν σαν να ξύπνησε, ως από λήθαργο, και εννόησε τί επρόκειτο να γίνει. Ασφαλώς, επρόκειτο να τον κατακρεουργήσουν. Όμως, ώ των θαυμασίων σου Χριστέ Βασιλεύ και  της δυνάμεως τού Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού!. Μόλις εννοεί τον κίνδυνο προλαβαίνει να σταυροκοπηθεί και με όλη την ψυχή φωνάζει, «Χριστέ μου - Παναγία μου, τρέξε, χάνουμε».

Τί έγινε, νομίζετε; Εν ριπή οφθαλμού εξαφανίστηκε από προσώπου των δολοφόνων και χωρίς να καταλάβει βρέθηκε έξω από την πύλη τού Παναγίου Τάφου, εκεί μπροστά στην σχισμένη κολώνα, όπου κάποτε προς καταισχύνην και πάλιν των άλλων άσπονδων εχθρών της πίστεώς μας, των Αρμενίων, ανέβλυσε το Άγιο Φώς και άναψε τις λαμπάδες τού Πατριάρχου Σωφρονίου, όταν οι τελευταίοι έβγαλαν με σουλτανική διαταγή τον Πατριάρχη μας έξω από τον Πανάγιον Τάφον. Εκεί ακριβώς μπροστά, με την θεία δύναμη, εύρέθη και ό νεαρός Σέρβος για να διατράνωση άλλη μία φορά την ακατανίκητη δύναμη της ορθοδόξου πίστεώς μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΜΟΝΑΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΤΚΟΒΙΤΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΟΥ. 
ΙΩΣΗΦ Μ.Δ.
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Η άγνωστη ιστορία του Ιούδα












Το κείμενο που ακολουθεί, προέρχεται από χειρόγραφο της Ιεράς Μονής Ιβήρων, αντίγραφο του οποίου απόκειται στο Κελλί του του Αγίου Γοβδελά του Πέρσου της Ιεράς Μονής Ιβήρωνν, το οποίο αντέγραψε και εξέδωσε δίς ο Αγιορείτης (†) Ιερομόναχος Αβέρκιος το 1895 και 1896 στην Βάρνα.

Κατάγονταν από την Ισκάρια και ο πατέρας του ονομάζονταν Ρόβελ.
Μια νύκτα η μητέρα του ξύπνησε έντρομη με φωνές. μετά από έναν εφιάλτη που είχε δει στον ύπνο της και διαλογίζονταν περί αυτού. Ο Ρόβελ την ρώτησε τι συμβαίνει, για να λάβει την απάντηση ότι εάν συλλάβει παιδί και είναι αρσενικό, τότε αυτό θα είναι ο χαλασμός της γενιάς των Εβραίων. Πράγματι, κατά σύμπτωση, τη νύχτα εκείνη συνέλαβε η γυναίκα του Ρόβελ και γέννησε μετά από καιρό αγόρι. Φοβούμενοι την πραγματοποίηση του εφιάλτη, κατασκεύασαν ένα κιβώτιο, σαν αυτό που είχαν κάμει στην Αίγυπτο για τον Μωϋσή, τοποθέτησαν το παιδί τους μέσα σε αυτό και το άφησαν στη θάλασσα της Γαλιλαίας.


Απέναντι της Ισκαρίας, υπήρχε μικρή νήσος όπου ποιμένες ξεχειμώνιαζαν τα κοπάδια τους. Εκεί έφτασε με τα κύματα το κιβώτιο, το οποίο ανέσυραν από τα νερά οι ποιμένες και βρήκαν το μικρό παιδί. Το μεγάλωσαν και του έδωσαν το όνομα Ιούδας. 

Μόλις αναπτύχθηκε και άρχισε να βαδίζει, το μετέφεραν στην Ισκάρια, προκειμένου να βρουν άνθρωπο για να το δώσουν προκειμένου να το αναθρέψει. Εκεί συμπτωματικά, συνάντησαν τον Ρόβελ και του έδωσαν το μικρό παιδί, δίχως να γνωρίζουν ότι είναι ο φυσικός του πατέρας, ο δε Ρόβελ το ανέλαβε, και το αγάπησε, ενθυμούμενος το δικό του παιδί το οποίο πριν από χρόνια είχε αφήσει μέσα σε κιβώτιο στη θάλασσα της Γαλιλαίας. 

Η μητέρα του Ιούδα, εν τω μεταξύ, είχε  γεννήσει κι άλλον υιό, μαζί με τον οποίο ανέτρεφε και τον Ιούδα, ο οποίος κακοποιούσε συχνά τον αδελφό του αναλογιζόμενος πονηρά την διανομή της πατρικής περιουσίας. 

Κάποια ημέρα, αποφάσισε – συνεπεία της φιλαργυρίας – να φονεύσει τον αδελφό του για να γίνει μελλοντικά ο κύριος όλης της περιουσίας του πατέρα του. Έτσι, ενώ βρίσκονταν τα δυο αδέλφια μακριά από το σπίτι, τον φόνευσε χτυπώντας τον με πέτρα στο κεφάλι. Αναλογιζόμενος τις συνέπειες, αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα, αφήνοντας τους γονείς του περίλυπους και απαρηγόρητους, μάταια να τους αναζητούν. 

Εκεί γνώρισε τον Ηρώδη, ο οποίος τον τοποθέτησε επιμελητή στην υπηρεσία του με αποστολή να προμηθεύεται τα αναγκαία προϊόντα και πράγματα για τα ανάκτορα. 

Κατόπιν αρκετών ετών, οι γονείς του Ιούδα, πούλησαν την περιουσία τους στην Ισκάρια και εγκαταστάθηκαν στα Ιεροσόλυμα, σε μια μεγάλη οικία με μεγάλους και ωραίους κήπους δίπλα στο παλάτι του Ηρώδη. Εκεί, κάποια ημέρα, ενώ ο Ηρώδης αμέριμνος απολάμβανε την ομορφιά των κήπων του Ρόβελ, ο Ιούδας για να τον ευχαριστήσει του είπε ότι μπορεί να πάει και να του φέρει καρπούς και άνθη από τον κήπο του Ροβελ. Πράγματι, πήδηξε και μπήκε παράνομα στους κήπους του πατέρα του, έκοψε άνθη και καρπούς, επιστρέφοντας όμως έπεσε πάνω στον πατέρα του Ρόβελ, ο οποίος τον ήλεγξε για την παρανομία του, χωρίς να καταλάβει ότι ήταν ο χαμένος υιός του, λέγοντάς του ότι αν όσα έκοψε ήταν για τον βασιλιά, τότε ο ίδιος θα του έδινε τα καλύτερα. Τότε ο πανούργος Ιούδας, τον φόνευσε με τον ίδιο τρόπο που είχε σκοτώσει και τον μικρό του αδελφό. Ανέβασε τους καρπούς και τα άνθη στον Ηρώδη, του διηγήθηκε τα συμβάντα, αλλά ο βασιλιάς σιώπησε για τον θάνατο του Ρόβελ.

 Μετά παρέλευση λίγου χρόνου, διέταξε τον Ιούδα να πανδρευτεί τη χήρα του Ρόβελ, για να γίνει κληρονόμος της περιουσίας της. Ανακοινώθηκε η προσταγή του βασιλιά στη σύζυγο του Ρόβελ, λάβει ως δεύτερο σύζυγό της τον Ιούδα, και εκείνη δέχθηκε από φόβο και χωρίς να γνωρίζει ότι πρόκειται για τον χαμένο υιό της. 

Με το πέρασμα δε του χρόνου ο Ιούδας τεκνοποίησε με αυτήν. Κάποια δε ημέρα που αυτή έκλαιγε, ενθυμούμενη τα βάσανα που πέρασε και τα οποία διηγήθηκε στον Ιούδα. Τότε ο Ιούδας θυμήθηκε ότι τον βρήκαν οι ποιμένες σε ένα κιβώτιο στα νερά, θυμήθηκε τους φόνους του αδελφού και του πατέρα του Ρόβελ που διέπραξε, και απεκάλυψε στη μητέρα του όλα τα εγκλήματα που είχε διαπράξει. Αυτή, διέρρηξε τα ιμάτιά της, και θρήνησε απαρηγόρητη για την αμαρτία που είχε κάμει, ούτως ώστε να έχει ως άνδρα το ίδιο της το παιδί. Είπε λοιπόν στον Ιούδα ότι πλέον είναι αδύνατον να ζήσει μαζί του. 

Τότε ο Ιούδας, αναλογιζόμενος τα μεγάλα κακουργήματα που είχε διαπράξει, έφυγε και πήγε να συναντήσει τον Χριστό, για τον οποίον είχε ακούσει, προκειμένου να εξιλεωθεί η ψυχή του. Ο Χριστός, ως πολυεύσπλαχνος, δίκαιος και αγαπών τους αμαρτωλούς, τον έκαμε μαθητή του και του ανέθεσε να κρατάει το ταμείο, τα χρήματα που κάλυπταν τις ανάγκες της ιεράς συνοδείας του Χριστού και των Αποστόλων του. Ο παμμίαρος όμως Ιούδας, έκλεβε από τα χρήματα αυτά και τα έστελνε στην μητέρα και γυναίκα του, για να πληρωθεί η ρύση του Δαβίδ : «γενηθήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ὀρφανοὶ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ χήρα» (Ψαλμός 108, 9). 

Ακολούθως, το πάθος της φιλαργυρίας τον οδήγησε να πωλήσει τον Διδάσκαλό του και Θεό για τριάκοντα αργύρια. Μεταμεληθείς για την ανίερη πράξη του, επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια στους Γραμματείς και Φαρισαίους, και απελπισμένος κρεμάστηκε, έπεσε μπρούμυτα και χύθηκαν έξω τα σπλάχνα του, λαμβάνοντας ως αμοιβή τα επίχειρα της κακίας και της φιλαργυρίας του. 

Ως πονηρός, κρεμάσθηκε, για να προλάβει να κατέβει στον Άδη, πριν κατέλθει ο Κύριος, και να ελευθερωθεί κι αυτός μαζί με τους προπάτορες. Έμεινε όμως κρεμασμένος στο δένδρο ως την στιγμή που αναστήθηκε ο Κύριος και τότε ξεψύχησε.

ΠΗΓΗ : Αβερκίου Ιερομονάχου Αγιορείτου, Ιστορία ακριβής περί των κατά την Σταύρωσιν και Ανάστασιν του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού τελεσθέντων, Συγγραφείσα το πρώτον υπό Ιουδαίου τινός Αινέα, συγχρόνου του Σωτήρος Μεταφρασθείσα δε εις την Λατινίδα γλώσσαν υπό Νικοδήμου τοπάρχου του εκ Ρώμης, Σώζεται εν τινι χειρογράφω εν τω Αγίω Όρει, Εν Βάρνη 1896, σσ. 78 - 85.
http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/
ΠΗΓΗ: http://anazhthseis-elena.blogspot.gr/

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

"Χαρά, Λύπης ολεθρος


Άρχ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

      Ο πόνος, η στενοχώρια, η αγωνία, η ψυχική 
τραγωδία  είναι  αποτέλεσμα  της  πτώσεως  του 
ανθρώπου, η οποία οφείλεται στον εγωισμό του.
Οι  αναθυμιάσεις  του  εγώ  γεννούν  στην ψυχή 
την στενοχώρια, ενώ η φυσιολογική της κατάστα-
ση είναι η χαρά, διότι ο Θεός είναι ειρήνη, είναι χα-
ρά, και η ψυχή  είναι  εμφύσημα  του  Θεού, δημι-
ουργήθηκε από Αυτόν και οδεύει προς Αυτόν.
 Επομένως, η στενοχώρια είναι ξένη και αδικαιο-
όγητη μέσα στην ανθρώπινη ζωή.

Και όμως σήμερα δεν βρίσκεις άνθρωπο χαρούμενο, που σημαίνει πως δεν 
βρίσκει κανείς άνθρωπο ισορροπημένο, ήρεμο, φυσιολογικό. Η στενοχώρια 
είναι αρρώστια τρομερή που μαστίζει την οικουμένη, η μεγαλυτέρα ίσως βά-
σανος της ανθρωπότητος, το μεγαλύτερό της δράμα. Δεν είναι απλώς τα προ-
οίμια της κολάσεως αλλά η βίωσις της κολάσεως από της παρούσης ζωής.

Έλλειψις χαράς σημαίνει έλλειψις Θεού, ενώ η χαρά απόδειξις της παρουσίας 
αυτού. Εάν κανείς είναι κοσμικός άνθρωπος και τέρπεται επί τοις επικήροις, 
χαίρεται για τις ηδονές, για τα παροδικά και μάταια, αυτός ίσως έχει κάποια η
δονή, κάποια ευχαρίστηση, αλλά στην πραγματικότητα, αν προσέξει κανείς, 
θα δει ότι υπάρχει θλίψις και στενοχώρια στην ζωή του, όπως λέγει η Αγία 
Γραφή: <θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζο-
μένου το κακόν>. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει χαρά εκεί όπου υπάρχει πα-
ράβασις της εντολής του Θεού, όπως είναι αδύνατον να υπάρχει στενοχώρια 
με την εφαρμογή του νόμου του Θεού.

Χαρά, Λύπης Όλεθρος. Λύπη είναι ένα ξίφος που έρχεται αιφνιδίως και χτυ-
πάει το σώμα, ιδιαίτερα όμως την ψυχή του ανθρώπου. Και μάλιστα κάτι που 
εξέρχεται από την κακία των ανθρώπων, από την αμαρτία, από την δυσωδία,
από την αντίθεση των άλλων. Η λέξη λύπη είναι συγγενήςπρος την λέξη λύ-
μη, η οποία σημαίνει πληγή, κάτι που στάζει πύον. Επομένως, λύπη είναι η 
κατάσταση της ψυχής, η οποία στάζει πύον. Κυρίως προέρχεται από βέλη τα 
οποία εξακοντίζονται από την κακία των ανθρώπων ή και από τις κακίες της
δικής μας ψυχής. Η λύπη εδώ δεν είναι αυτό που λέμε, είμαι λυπημένος.

 Όταν λέμε, είμαι λυπημένος, κατά κανόνα εννοούμε, ζω τις αναθυμιάσεις της 
δικής μου αμαρτίας, της δικής μου εγωπάθειας, της δικής μου απομονώσεως 
από τον Θεό. Όταν οι πατέρες ομιλούν για την λύπη, εννοούν κάτι διαφορετι-
κό.

Η χαρά λοιπόν είναι λύπης όλεθρος. Επομένως όταν μας χτυπήσουν τα βέ-
λη αμαρτίας, των πονηρών παθών, των εμπαθών λογισμών, τα βέλη των 
κακών ανθρώπων ή οποιαδήποτε άλλα, όταν φαίνεται η δυσωδία του προ-
τέρου μας βίου, όταν η αποτυχία της ζωής μας έλθει να μας χτυπήσει, τότε
η χαρά είναι όλεθρος της λύπης. Η χαρά είναι σαν μια ασπίδα που χτυπούν 
τα βέλη και φεύγουν και δεν παθαίνεις τίποτε. Όλοι εκείνοι και όλα εκείνα 
που έρχονται να θλίψουν την δική μας ψυχή καταστρέφονται, απόλλυνται.

Η τροφή των εν Χριστώ ασκουμένων είναι η χαρά. Η χαρά τρέφει την ψυ-
χή , το πνεύμα, τον νου, ώστε να μπορούν να ανεβαίνουν και να δίδωνται
εις τον Θεόν. Καμία άσκησις, καμία εγκράτεια, κανείς πόθος, καμία αγάπη 
δεν μπορεί να φτάσει εις το τέρμα εάν δεν τρέφεται. Σκεφτείτε κάποιον που
θέλει να είναι καλός αθλητής και δεν τρώει. Απλούστατα θα πέσει εις τον 
δρόμο. Έτσι ακριβώς παθαίνει και κάποιος πνευματικός ασκητής αν δεν έχει 
χαρά.
ΠΗΓΗ: http://tokandylaki.blogspot.gr/

Το αγιορείτικο 24ωρο

ПРВО БДЕНИЈЕ














" ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΕΗΘΩΜΕΝ"


Η νύχτα και ο έναστρος ουρανός κρατύνουν πάνω από τα κτίσματα του μοναστηριού. Είναι ώρα προσευχής, εγρήγορσης και ανάτασης της ψυχής προς τις θείες διακοσμήσεις.

Στις 7:30΄ με τη Βυζαντινή ώρα, ο εκ-κλησιαστικός θα σημάνει το πρώτο τάλαντο, θα ανάψει τις κανδήλες, τις λουσέρνες, τα φανάρια και τους φανούς του Καθολικού.

Στις 7:45΄ σημαίνει το δεύτερο τάλαντο και στις 8:00΄ το τρίτο. Ο εφημέριος βάζει το πετραχήλι και το Μεσονυκτικό αρχίζει. Τούτη η ακολουθία φέρνει εγρήγορση στην ανύστακτη ψυχή που προσμένει στο μεσονύκτιο το Νυμφίο Χριστό. Αποτελεί σημείο διαχωριστικό του σκότους της πλάνης που ο χριστιανός και ειδικά ο μοναχός άφησε πίσω του και της ζωής του φωτός που αναμένεται να ανατείλει την επόμενη ημέρα. Καθώς αρχίζει ο «Άμωμος» ο εκκλησιαστικός βάζει μετάνοια στον Ηγούμενο και χτυπά με την σειρά τον κόπανο και το καθημερινό σιδεράκι.


Μετά το τρίτο κατανυκτικό τροπάριο ο εκκλησιαστικός ανοίγει τη Βασιλική Πύλη. Ο ιερέας εισέρχεται στον κυρίως ναό και ποιεί «Ευλογητόν» ιστάμενος έμπροσθεν του τέμπλου. Κατά τη διάρκεια ανάγνωσης του «Επακούσαι σου..» θα θυμιατίσει το ναό. Ο «Εξάψαλμος» θα διαβαστεί από τον Ηγούμενο. Με το πέρας της έκτης Ωδής διαβάζεται το Συναξάρι της ημέρας και ο εκκλησιαστικός και πάλι θα χτυπήσει το σιδεράκι. Στην εννάτη Ωδή, «Την Τιμιωτέραν», ο ιερέας θυμιάζει το ναό, ενώ οι μοναχοί αποκουκουλίζονται και κατεβαίνουν από τα στασίδια τους. Μια στάση που εύγλωττα φανερώνει την ξεχωριστή τιμή που οι μοναχοί αποτίουν στην Κυρία Θεοτόκο.


Προς το τέλος του Όρθρου σημαίνει ένα τάλαντο σε τρεις στάσεις κύκλω του ναού. Γίνεται απόλυση και μεταβαίνουν στο παρεκκλήσι που θα τελεσθεί η Θεία Λειτουργία. Εκεί πρωτίστως αναγινώ-σκεται η τρίτη και έκτη Ώρα. Στο «Δόξα» της έκτης Ώρας ο εκκλησιαστικός σημαίνει το σιδεράκι. Τότε περίπου θα σημάνει και ο ιερέας τον κωδωνίσκο της προθέσεως και οι πατέρες αποκουκουλισμένοι και έχοντας κατεβεί από τα στασίδια τους μνημονεύουν μυστικά τα ονόματα που ο καθείς φέρει στη μνήμη του, ζώντων και κεκοιμημένων.

Σε λίγο ο εκκλησιαστικός ανάβει τα δρακόντια από το τέμπλο του παρεκ-κλησιού και ακολουθεί η Θ. Λειτουργία. Τα βημόθυρα παραμέ-νουν κλειστά για να ανοίξουν μόνο στις δύο εισόδους και την ώρα της Θείας Μετάληψης. Στο τρίτο αντίφωνο γίνεται η μικρή είσοδος υπό του ιερέως φέροντος το ευαγγέλιο και προηγούντος του εκκλησιαστικού με αναμμένο εισοδικό.

Ακολουθούν τα αναγνώσματα, ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο. Λίγο μετά ψάλλεται ο χερουβικός ύμνος, γίνεται η μεγάλη είσοδος όπου τα Τίμια Δώρα διακομίζονται από την Πρόθεση στην Αγία Τράπεζα. Τα Λειτουργικά και οι αιτήσεις του ιερέως δημιουργούν θεία ένταση φτάνοντας ως την Κυριακή προσευχή.


Προ της Μεταλήψεως οι μοναχοί χαιρετούν τις εικόνες. Ακολουθεί η κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Χριστού, το κέντρο της ζωής του μονα-χού και κάθε χριστιανού. Έπεται η από-λυση. Διανέμεται το αντίδωρο και κατά την έξοδο λαμβάνεται και ο αγιασμός που φυλάγεται σε ειδικό σκεύος στη λιτή.

Στη συνέχεια, αν δεν είναι μέρα νηστείας κατά την οποία απουσιάζει το πρωινό γεύμα, εισέρχονται στην Τράπεζα. Αρχίζει προσευχή, και ενώ οι παρευρισκόμενοι τρώνε ο αναγνώστης διαβάζει αποσπάσματα από πατερικά κείμενα ή βίους αγίων. Ο εφημέριος, αν απουσιάζει ο ηγούμενος, δια ξυλίνου σφυρίδος σημαίνει το τέλος του φαγητού και ευλογεί τα περισσεύματα ευχαριστώντας τον Θεό. Στην έξοδο της τράπεζας ο ιερέας ευλογεί τους εξερχόμενους και οι διακονητές κάμπτοντες την οσφύ ζητούν συγχώρεση από τους αδελφούς για τυχόν λάθη και παραλείψεις.


Δίωρη ή τρίωρη ξεκούραση προηγείται της επιστροφής των μοναχών στο διατεταγμένο για τον καθένα διακόνημα. Όπως μια μικρή κοινότητα για να ζήσει χρειάζεται σωστή κατανομή εργασιών έτσι και ένα κοινόβιο μοναστήρι, ή σκήτη, ή κελλί επιβιώνει και προοδεύει και εκπληρώνει τη σωστική αποστολή του με την ανάθεση των διαφόρων διακονημάτων στους εκεί εγκαταβιούντας μοναχούς.

Ο αρχοντάρης περιμένει να προσφέρει ξεκούραση στους νεο-φερμένους προσκυνητές, να τους σερβίρει τον κλασικό δίσκο με το νερό, το ρακί και το λουκούμι, και να τους τακτοποιήσει στα δωμάτιά τους. Άλλοι αδελφοί ασχολούνται με τους λαϊκούς εργάτες που δουλεύουν εκεί, φροντίζουν τους γεροντότερους, επιμελούνται τα ζώα, φτιάχνουν ψωμί και ετοιμάζουν το φαγητό στο μαγειρείο. Ο εκκλησιάρχης ευτρεπίζει το ναό, ενώ άλλοι έχουν για εργόχειρο το πλέξιμο κομποσχινιών, την αγιογραφία, την ξυλογλυπτική και την αργυροχοΐα, την παρασκευή θυμιάματος και σπάνια την ιεροραπτική και τη βιβλιοδεσία.

Οι γεροντότεροι που προσμένουν τη μετάβασή τους στην αγήρω μακαριότητα σμίγουν σε κουβέντες πνευματικές, στρέφονται σε μνήμες του παρελθόντος και του μέλλοντος, ενώ ο τριγύρω χώρος εμμένει να διαιωνίζει μια ειρήνη αταλάντευτη που περιαυγάζει τους τρούλλους, τους σταυρούς, τη φιάλη και την κρήνη που κοσμούν το φυσικό περίγυρο.

Στις 8:30΄ κατά τη Βυζαντινή Ώρα ο εκκλησιαστικός θα σημάνει το πρώτο τάλαντο, στις 8:45΄ το δεύτερο και στις 9:00΄ το τρίτο. Τότε στο χώρο της λιτής αρχίζει η ενάτη Ώρα. Στο «Δόξα» της ενάτης ο εκκλησιαστικός θα βγει από το ναό για να κρούσει τον κόπανο και κατόπιν το σιδεράκι. Με το τέλος της ενάτης Ώρας ο ιερέας ιστάμενος έμπροσθεν του Ιερού Βήματος αρχίζει τον Εσπερινό. Η ακολουθία αυτή κατά αρχαία χριστιανική συνήθεια έχοντας ιουδαϊκές καταβολές αποτελεί το προοίμιο της επόμενης ημέρας. Τον «Προοιμιακό» θα διαβάσει ο πρώτος στην τάξη μοναχός. Στο «Κύριε εκέκραξα..» ο ιερέας θυμιάζει το ναό. Τις ψιλές καθημερινές δεν έχει είδοδο. Μετά το «Νυν απολύεις...» ο εκκλησιαστικός σβύνει τα λαδοκέρια και λίγο μετά ακολουθεί η απόλυση. Οι μοναχοί εξέρχονται του ναού κατευθυνόμενοι προς την Τράπεζα. Και πάλι λόγοι προσευχητικοί και διδακτικοί ανακρώνται με το φαγητό.


Στις 12:00΄ ο εκκλησιαστικός θα κρούσει το σιδεράκι για το Απόδειπνο που λαμβάνει χώρα στη λιτή. Είναι ώρα για προσευχή και δέηση προς το Θεό να τηρήσει όσους πάνε να κοιμηθούν ασφαλείς υπό τη σκέπη Του. Μετά το «Σύμβολο της Πίστεως» ανάβεται το λαδοκέρι της εικόνας της Θεοτόκου και ένας μοναχός ασκεπής απαγγέλει τους «Χαιρετισμούς». Στη διάρκεια του Αποδείπνου, ή αμέσως μετά, οι προσκυνητές έχουν την ευλογία να χαιρετίσουν τα άγια λείψανα στον κυρίως ναό. Πρό του τέλους του αποδείπνου μοναχοί και προσκυνητές ασπάζονται τις εικόνες και παίρνουν την ευχή του ηγουμένου ή του ιερέως και γίνεται απόλυση.

Ύστερα άλλοι θα προτιμήσουν μια διδακτική συζήτηση, άλλοι την ανάγνωση και άλλοι την ξεκούραση. Τέλος όλοι θα πάνε στα κελλιά τους. Οι μοναχοί από νωρίς, μετά τα μεσάνυχτα, πριν προσέλθουν στο ναό θα ξυπνήσουν για την επιτέλεση του προσωπικού τους κανόνα που περιλαμβάνει συνήθως μετάνοιες, προσευχή με κομποσχοίνι και ανάγνωση ψυχοφελών βιβλίων.

Κατ' αυτόν τον τρόπο αρχίζει και κλείνει μια ημέρα, η καθημερινότητα του μονα-χικού βίου στον Άθω, εδώ και χίλια χρό-νια. Και έχεις την έντονη εντύπωση πως η νύχτα που εξουσιάζει και στην έναρξη και στη λήξη δεν είναι ο ζόφος που συρρικνώνει και συστέλλει τη ζωή αλλά η φερέλπιδη ησυχία που βιώνει τη ζωηφόρο νέκρωση, η ταφή που κυοφορεί σαν το σπόρο τη ζωή και η νύχτα με το σκοτάδι που θα δώσει τόπο στην πληρότητα του φωτός της Τρισηλίου Θεότητος....


ΠΗΓΗ: http://anazhthseis-elena.blogspot.gr/