Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ (Σπύρος Τσιτσίγκος )

Η (συνειδητή ή ασυνείδητη) ανάμιξη του γνήσιου ορθόδοξου χριστιανικού φρονήματος με αρχαιοελληνίζουσες δοξασίες και νεοπαγανιστικά μεταφυσικά σχήματα (Δωδεκαθεϊσμός), που τώρα τελευταία ολοένα και περισσότερο κάνουν αισθητή την παρουσία τους, είναι φαινόμενο παραπλανητικό κι επικίνδυνο. 
Οι μέθοδοι δράσης τής αναβιούμενης αρχαιοελληνικής θρησκείας είναι συνήθως οι εξής: η κατασυκοφάντηση της ορθόδοξης Εκκλησίας, ο προσηλυτισμός (απευθυνόμενοι σε υπερήλικες, αγράμματους κ.λπ.) «ευκαίρως ακαίρως», και μάλιστα κάτω από «σημαίες» που είναι υπεράνω κάθε υποψίας, οι παρεμβάσεις σε δημόσιες διαλέξεις, οι οργανώσεις επί πληρωμή Σεμιναρίων, οι συγκεντρώσεις για ανάπτυξη των μεθόδων και τακτικών τους, οι εκδρομές σε «ιερά» άλση και τόπους αρχαίας λατρείας, λαμβάνοντας μέρος σε αρχαιοελληνικές τελετές κ.λπ.
Η κατάσταση αυτή οφείλεται «εν πολλοίς» στο φαινόμενο της Παγκοσμιοποίησης (όπου επικρατεί η ανεκτικότητα / ουδετερότητα, αλλά και η επαναζήτηση ταυτότητας) και στην εμφάνιση του γενικότερου κινήματος της Νέας Εποχής (New Age), δηλ. της λεγόμενης εποχής του Υδροχόου. Η «Νέα Εποχή», που έχει τεράστια διάδοση κυρίως στην Αμερική, είναι σήμερα ό,τι τον 1ο και 2ο μ.Χ. αιώνα ο Γνωστικισμός. Η «Νέα Εποχή» αποτελεί μια «ομπρέλα», κάτω από την οποία τίθενται: Εναλλακτική Ιατρική (Βελονισμός, Μαγνητισμός, Αρωματοθεραπεία, Ιριδοθεραπεία, Ομοιοπαθητική κ.λπ.), Αστρολογία, Παραψυχολογία, Μαγεία (π.χ. θαυματουργές πέτρες, μενταγιόν κ.λπ.), Ανατολικής προέλευσης φιλοσοφικοθρησκευτικά συστήματα (Διαλογισμός, Εσωτερισμός, Γιόγκα) κ.λπ., δηλ. ένας νεοθρησκευτικός Συγκρητισμός. Όλα αυτά λανσάρονται κάτω από αθώες ιδέες, λ.χ. του Αθλητισμού / Γυμναστικής (Ολυμπιακών αγώνων), της Οικολογίας, του Φεμινισμού κ.λπ. 
Υπάρχει, όμως, κι ένας άλλος, βαθύτερος λόγος. η γενικότερη κρίση των ηθικών αξιών. Φαίνεται ότι γίναμε ή λεγόμαστε εξωτερικά Χριστιανοί, ενώ εσωτερικά παραμείναμε και παραμένουμε ειδωλολάτρες. Αυτό αποδεικνύεται περισσότερο στα λαϊκά ήθη κι έθιμα, τη λαϊκή θρησκευτικότητα, τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις. Ενώ ο Χριστιανισμός στην αρχή παρουσιάστηκε ως η ανανεωτική κίνηση («ανακεφαλαίωσις εν Χριστώ»), που θα προήγαγε τον Αρχαιοελληνισμό ποιοτικά [πρβλ. απάντηση των εθνικών ιερέων προς τον Ιουλιανό («είπατε τω βασιλεί. χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν, ου μάντιδα δάφνην, ου παγάν λαλέουσαν. απέσβετο και λάλον ύδωρ»), το έργο του Μισοπώγων, και απάντηση της Πυθίας στον Οκταβιανό Αύγουστο], στην πραγματικότητα αυτή η «υπεροχή» κι ανωτερότητα αντικαταστάθηκε από τα ιδεώδη των Ολυμπίων θεών, τα οποία, όπως φαίνεται, ποτέ δεν απεμπολήσαμε (από τη «φύση» μας), γιατί ακριβώς συνιστούσαν τη φύση μας. Αλλά, τούτο ακριβώς ευαγγελιζόταν ο Χριστιανισμός: από φύσεις (ασυνείδητο, ένστικτα) να μας κάνει πρόσωπα (συνειδητό, λογικότητα). Έτσι, για ΚΑΤΩ θέσαμε τα υψηλά πνευματικά (χριστιανικά) ιδανικά (της αγάπης, της θυσίας, της ταπείνωσης), και για ΑΝΩ τα φυσικά, γήινα και υλικά (της δύναμης, της υπεροχής και της ατομικής ευδαιμονίας), δηλ. πλήρης αντιστροφή κι απαξίωση των αξιών (αλλοτρίωση)!
Οι άνθρωποι που επιχειρούν αυτή την αναβίωση (Νεοειδωλολάτρες), είναι συνήθως καλοπροαίρετοι κι έντιμοι πολίτες με μεταφυσικά ενδιαφέροντα. Κατ? αρχήν, μπορεί να μην πιστεύουν ότι ο ξαφνικός αυτός «αρχαιοελληνισμός» τους σχετίζεται με τη New Age. Μπορεί, ακόμα - ακόμα, να το κάνουν ορμώμενοι από έναν αγνό ή ακραίο (πρβλ. Πλεύρη) εθνικισμό, αγνοώντας ότι η σύγχρονη επιστήμη δέχεται ότι ο ελληνικός πολιτισμός αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης πολιτισμικής περιοχής, που συνίστατο από τους ανώτερους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής (W. Burkert, βραβείο Balzan 1990). Πάντως, όσοι απ? αυτούς έχουν σπουδάσει συστηματικά την αρχαία ελληνική Φιλοσοφία και θρησκεία (καθηγητές Φιλοσοφικής, Θρησκειολόγοι κ.λπ.) μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Όλοι οι άλλοι, όντας θεράποντες άλλων επιστημών κι επαγγελμάτων, έχουν «μορφωθεί» αρχαιοελληνικά με πασαλείμματα: σποραδικές επιλεκτικά μελέτες κάποιων παλαιότερων ομοϊδεατών τους, που ερμηνεύουν «κατά το δοκούν», κι όχι όπως η επίσημη ακαδημαϊκή επιστήμη (Φιλολογία, Αρχαιολογία, Ιστορία, Θεολογία, Θρησκειολογία) και Τέχνη παγκοσμίως, τους Αρχαίους. Ο καθηγητής της Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, κ. Δ. Κυρτάτας, παρατηρεί ότι «η νεοελληνική μας κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Αρχαιότητα όπως την παρέλαβε από τους εκπροσώπους του Διαφωτισμού?Ένα είδος καθήλωσης ή διαρκούς παλινδρόμησης κρατά, καθώς φαίνεται, τη νεοελληνική παιδεία στο επίπεδο που κατέκτησε τον ύστερο 18ο και τον πρώιμο 19ο αιώνα» (Το Βημα 18/3/01). Στο μεταξύ, οι «αρχαιοελληνίζοντες» δεν μπόρεσαν να βρουν απαντήσεις στις απορίες τους από τη χριστιανική Θεολογία, είτε γιατί είναι προκατειλημμένοι (από την οικογένειά τους ή τις συναναστροφές τους), είτε για διάφορους λόγους (κυρίως ψυχολογικούς) μεταστράφηκαν (αιφνίδια ή σταδιακά) στο Νεοπαγανισμό, εγκαταλείποντας το Χριστιανισμό, είτε, τέλος, την αγνοούν. η ορθόδοξη Θεολογία δε μαθαίνεται νοησιαρχικά, πολύ δε περισσότερο στα εκλαϊκευμένα θρησκευτικά βιβλία ή έντυπα που κυκλοφορούν πιο πολύ. Έτσι, διατυμπανίζουν λ.χ. την καύση αντί της ταφής των νεκρών, και την αφαίρεση της Παλαιάς Διαθήκης από τα , επειδή δήθεν περιέχει την ιστορία των Εβραίων. Όμως, η Καινή Διαθήκη δεν προϋποθέτει την Παλαιά; Μπορεί να κατανοηθεί η Καινή χωρίς το background της Παλαιάς, ή την εκπλήρωση των προφητειών της; Χριστιανικά, πάντως, οποιοσδήποτε εξοβελισμός της Παλαιάς οδηγεί αυτόματα στις αρχαίες αιρέσεις των Καϊνιτών και του Μαρκιωνιτισμού.
Ωστόσο, όσοι, στοιχειωδώς, έχουν μελετήσει την αρχαιοελληνική θρησκεία, αλλά και τα κείμενα των Τατιανού και Τερτυλλιανού, γνωρίζουν ότι οι πρόγονοί μας:
· ήσαν πολυθεϊστές, και μάλιστα, σε πείσμα της επιχειρούμενης από τους Νεοπαγανιστές προβολής της θρησκείας των Αρχαίων Ελλήνων ως μιας θρησκευτικά ενοποιημένης πανελληνίως, όχι μόνο συγχρονικά (πάνθεο σε κάθε πόλη-κράτος και ενοθεΐα ανά πόλη-κράτος) αλλά και διαχρονικά (θεότητες και θρησκευτικά στρώματα / επίπεδα που παρέλασαν στο ελληνικό έδαφος). Πρόσφατα κυκλοφόρησε βιβλίο που προσπαθεί να συγκεράσει την αρχαιοελληνική πολυθεΐα με την πίστη σ? ένα θεό, φυσικά μέσω της ενοθεΐας. Αλλά, άλλο πολυθεϊσμός κι άλλο ενοθεϊσμός. Ο πολυθεϊσμός δε συμβιβάζεται με την ισότητα και την παγκόσμια αδελφότητα των λαών. 
· δεν είχαν πραγματικό-αληθινό θεό, όπως ο ιστορικός Ιησούς Χριστός, αλλά μυθικούς θεούς, που κατασκευάστηκαν κατά προβολή (projection) είτε των ανθρωπίνων παθών (Ανθρωπομορφισμός / Θεομορφισμός), είτε κατά «προσωποποίηση» των φυσικών φαινομένων και κοσμικών λειτουργιών. Οι νεοπαγανιστές, βέβαια, δικαιολογούνται με σοφιστείες, λέγοντας ότι η λέξη είδωλο στα αρχαία ελληνικά δε σήμαινε ό,τι σήμερα, αλλά τον καθρέφτη. Δε στεκόμαστε στη γλωσσική σημασία, αλλά στην εννοιολογική. Αν η λέξη νεο-ειδωλολάτρες ενοχλεί, μπορούμε να την αντικαταστήσουμε με τη νεο-φετιχιστές. Οι δικοί τους, πάντως, μύστες και φιλόσοφοι, όπως ο Ορφέας, ο Σωκράτης, ο Αναξαγόρας, ο Ηράκλειτος, ο Πλάτων, ο Πλούταρχος, η Σίβυλλα κ.ά., όντας φωτισμένα πνεύματα (δεχόμενοι π.Χ. σπέρματα του Θ. Λόγου - το «σπερματικό Λόγο»), α) διακωμωδούσαν τις ασχημοσύνες και χυδαιότητες του Δία (πρβλ. Όμηρος κ.ά.), β) είχαν προφητεύσει τον ερχομό στη γη ενός απεσταλμένου του Θεού (Απόλλων μέσω των μαντείων, του Ορφέα και της Κυμαίας Σίβυλλας, Πυθαγόρας, Σόλων, Πλούταρχος, Σωκράτης, Πλάτων, Χίλων, Θουκυδίδης, Αισχύλος κ.ά.), και γ) και το σπουδαιότερο, αρνούνταν τη μυθώδη πολυθεΐα (Ορφέας, Τέρπανδρος, Θαλής ο Μιλήσιος, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης), γι? αυτό και τους καταδίκαζαν σε θάνατο (Σωκράτη, Ηράκλειτο, Μουσώνιο κ.ά.) με την κατηγορία της αθεΐας (βλ. «Δίκες αθεΐας», M. Nilsson). 
· δεν μπορούσαν να αναπτύξουν ελεύθερα την Επιστήμη με τη δυτικοευρωπαϊκή (χριστιανική) έννοια (ανάλυση-ανατομία της Φύσης, πείραμα), αφού πίστευαν ότι όλη η Φύση είναι θεία και ιερή, και άρα μη υποκείμενη σε (βέβηλη) εξονυχιστική αναδίφηση. Μόνο ο Χριστιανισμός απο-ιεροποίησε στην πράξη τη Φύση, θεωρώντας την κτίσμα (πρβλ. Κτισιολογία κι όχι Κοσμολογία). 
· δεν πίστευαν στην «εκ του μηδενός» δημιουργία του κόσμου, αλλά μόνο στη δια-κόσμησή του, και ότι η Ιστορία είχε πορεία κυκλική κι επαναλαμβανόμενη, σύμφωνα με τους ρυθμούς της Φύσης, πράγματα δηλ. αντίθετα ακόμα και με τη σύγχρονη Επιστήμη, η οποία ομιλεί για (εξελικτική) Δημιουργία και για θερμικό θάνατο σύμφωνα με το νόμο της εντροπίας. 
· πίστευαν (κυρίως οι Ορφικοί, οι Πυθαγόρειοι, ο Πλάτων και οι Νεοπλατωνικοί) ότι το ανθρώπινο σώμα (σήμα) είναι κακό. είναι ο τάφος και η φυλακή της ψυχής, σε αντίθεση με τη χριστιανική διδασκαλία για τη σωματική ανάσταση και την ασηψία των σκηνωμάτων / λειψάνων των αγίων.
Εδώ θα μας απαντήσουν οι Νεοειδωλολάτρες ότι θα πρέπει να κάνουμε διάκριση, λ.χ. μεταξύ παλιότερης «Απολλώνιας» Ανθρωπολογίας και «Διονυσιακής», κι επιλογή. συμφωνούμε (αν και, κατά τον E. Schure, πρόκειται για δυο διαφορετικές όψεις ? αποκαλύψεις της ίδιας θεότητας) και λέμε ότι αυτό κάνουμε κι εμείς οι Χριστιανοί: επιλεκτικότητα (Α΄ Θεσ. 5, 21, Φιλιπ. 4, 8): «όσα ουν παρά πάσι καλώς είρηται, ημών των Χριστιανών εστι» (Ιουστίνος). 
· πίστευαν στην πανθεΐζουσα έννοια της ψυχής του ανθρώπου, δηλ. ως Θείου μέρους (μορίου) και στη μετενσάρκωση, υποβιβάζοντας έτσι την ανθρώπινη προσωπικότητα. 
· δεν πίστευαν στην πραγματική ελευθερία (φυσικά και ηθικά) [αφού δέχονταν ότι ο χρόνος (Κρόνος) δημιουργεί (γεννά) το θεό (Ζευς) - θεογονια, κι όχι ο Θεός το χρόνο - κοσμογονια], την οποία εκθειάζει τόσο η σύγχρονη Φιλοσοφία (Υπαρξισμός) όσο και η σύγχρονη Επιστήμη (Κβαντοφυσική), αλλά στην Ειμαρμένη και την ανάγκη (Determinismus), ενώ κατά την ελληνιστική εποχή αναπτύχθηκε και η λατρεία της θεάς Τύχης. 
· ήσαν ρατσιστές, εφόσον α) «πας μη Έλλην βάρβαρος», β) όχι μόνο κάθε πόλη-κράτος αντιμαχόταν με την άλλη πολιτικοθρησκευτικά, αλλά και είχαν διαμορφωμένη μεταξύ τους (στη συνείδησή τους) μια standard ηθική για κάθε πόλη-κράτος (βοιώτιος, λεσβιάζειν, κρητίζειν, βεργαΐζειν, χαλκιδίζειν κ.λπ.), και γ) υπήρχαν βαθιές κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις και ανισότητες, πιστεύοντας μάλιστα ότι η δουλεία ήταν μια μορφή φυσικής κατάστασης (πρβλ. Αριστοτέλης). 
· είχαν αυξημένα ποσοστά ομοφυλοφιλίας και (ιεράς) πορνείας (Σπαρτιάτες, «κορινθιάζειν», σατυρίαση, αρσενοκοιτία, θεός Πρίαπος, Διονύσια, «χαλκιδίζειν», Λεσβιασμός / Σαπφισμός κ.ο.κ.). 
· πίστευαν στην κοινωνική απαξίωση και κατωτερότητα της γυναίκας (κι όχι στην ανωτερότητά της, όπως ψευδώς διαδίδουν οι Νεοπαγανιστές λόγω των ιερειών που διέθεταν), εφόσον τις γυναίκες τις είχαν κλεισμένες στα σπίτια χωρίς ελευθερία κινήσεων πλην των εταιρών, δεν τους έδιναν δικαίωμα ψήφου και τις χρησιμοποιούσαν μόνο για τεκνοποιία και ηδονή (Δημοσθένης). εξάλλου, είναι παρατηρημένο ότι σ? όλες τις αρχαίες θρησκείες, όπου υπήρχε ανδρόγυνο θεών (κατά ανθρώπινη προβολή του μοντέλου της οικογένειας), εκεί κυριαρχούσαν η ιερά πορνεία / μοιχεία, τα ιερά όργια, ο θεσμός της παλλακείας κ.λπ. 
· δεν είχαν θεσμοθετημένα δικαιώματα στα παιδιά (παιδεραστία, Καιάδας κ.λπ.). 
· δε συμπαθούσαν τη χειρονακτική εργασία (αλλά το αραλίκι, κατά τα πρότυπα των θεών τους), την οποία θεωρούσαν ως κατάρα, και την είχαν μόνο για τους δούλους. 
· δεν είχαν πραγματικά αναπτύξει την αληθινή κι ισότιμη Δημοκρατία, αλλά μάλλον μια αριστοκρατική, εφόσον σ? αυτή, ως γνωστό, δε συμμετείχαν οι μέτοικοι, οι δούλοι και οι γυναίκες. 
· ασκούσαν, με το αζημίωτο βέβαια των ειδωλολατρών ιερέων, πολυάριθμες σπονδές κι αιματηρές θυσίες (ανθρώπων, ζώων κ.λπ.) για εξασφάλιση της θετικής πορείας των εγκόσμιων πραγμάτων και αποτροπή της αρνητικής. 
· επιδίδονταν ευρέως στα μυστηριακά όργια, στη νεκρομαντεία, στην οιωνοσκοπία, στη χρησμοδοσία με τη βοήθεια διαμέσων (mediums), όπως η Πυθία, κ.λπ. 
· πίστευαν στα θαύματα (πρβλ. θαυματουργικές κινήσεις αγαλμάτων, θαυματουργικές τιμωρίες, θεραπείες λ.χ. του Ασκληπιού) των θεών τους, αντίθετα από ό,τι παραπλανητικά διδάσκει ο φερόμενος ως αρχηγός και εκδότης σχετικών βιβλίων στην Αθήνα, επικούρειος κ. Μάριος Βερέττας, για να φαίνεται ίσως πιο «επιστημονικό» κι «ορθολογικό» το σύστημά του. 
· δέχονταν τη Θ. Κρίση (από τους Ραδάμανθυ και Μίνωα), την αιώνια τιμωρία (Τάρταρα) και μακαριότητα (Ηλύσια Πεδία), αντίθετα πάλι με τους Νεοπαγανιστές, που για να φαίνονται πιο σύγχρονοι στα μάτια των Νεοελλήνων, διδάσκουν ότι οι Αρχαίοι δεν πίστευαν σε Κόλαση και Παράδεισο. 
Εξάλλου, οι σύγχρονοι Αρχαιοελληνιστές μας κατηγορούν: 
· για καταστροφές των αρχαιοελληνικών μνημείων και βιαιότητες. Μέσα στο σύνολο των Χριστιανών, όπως σ? όλους τους πληθυσμούς, δεν μπορείς να απομονώσεις και τους εκκεντρικούς, φανατικούς, οξύθυμους κ.λπ., που μάλιστα επί αιώνες είχαν δεχθεί στο κορμί τους τις μεγαλύτερες διώξεις απ? τους αντιπάλους τους ειδωλολάτρες Ρωμαίους κατακτητές [οι οποίοι, μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις, εκχέρσωναν χριστιανικούς ναούς και ανέγειραν ειδωλολατρικούς (πρβλ. Αδριανός)], χωρίς, βέβαια, η Εκκλησία επίσημα ποτέ να δικαιολογεί αυτές τις πράξεις, διδάσκοντας λ.χ. κάποιο «ιερό πόλεμο» (jihad). 
· για κλείσιμο των φιλοσοφικών Σχολών. Οι Αρχαίες φιλοσοφικές Σχολές, κατά κοινή μαρτυρία όλων των Ιστορικών, δύο αιώνες πριν τον Δ΄ αιώνα είχαν από μόνες τους παρακμάσει κι είχαν εκτραπεί σε θεουργίες και μαγείες. Το διάταγμα του Ιουστινιανού, και συγκεκριμένα του εθνικού νομοδιδασκάλου Τριβωνιανού (529), ήταν απλά η ληξιαρχική πράξη θανάτου της Σχολής, εφόσον η πλειονότητα των σπουδαστών ήσαν χριστιανοί νέοι, ενώ δεν αποκλειόταν η ανάθεση διδακτικών καθηκόντων και σε χριστιανούς λογίους. Εξάλλου, κατά την περίοδο της βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄ το μισό διδακτικό προσωπικό ήσαν επίσημα Χριστιανοί. 
· για ανθελληνικότητα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Οι Έλληνες Πατέρες, όταν στα κείμενά τους αναφέρονται στη λέξη Έλληνες, εννοούν ό,τι στις παλιότερες εποχές εννοούταν με τον όρο εθνικός, δηλ. ειδωλολάτρης στην πίστη και ανήθικος στις πράξεις. Μάλιστα δε, οι Μεγάλοι Πατέρες ποτέ δεν αποκήρυξαν τη βαθιά σοφία ή το ανώτερο ήθος ορισμένων Ελλήνων Φιλοσόφων. 
· για σκοταδισμό, σκυθρωπότητα κι απαισιοδοξία στην κοινωνική ηθική. ουδέν ψευδέστερο. Αν κάποιος θα έπρεπε να ήταν απαισιόδοξος για τη ζωή, αυτός θα ήταν εκείνος που δεν ελπίζει σε καμιά πέραν του τάφου ζωή (σωματική ανάσταση) κι όχι ο Χριστιανός. Ο Χριστός είναι και θέλει το Φως, την Αγάπη και την Αλήθεια. Η Ορθοδοξία δεν είναι Παπισμός. 
Αντίθετα, όμως, ο Χριστιανισμός, και μάλιστα η αυθεντική του υπόσταση, της Ορθοδοξίας, που κουβαλάει μέσα της τις δυο «φύσεις» της Αρχαίας Ελλάδας και του Βυζάντιου, «ανάστησε» κι αξιοποίησε τον Ελληνισμό, που ήταν ήδη νεκρός ως προς την αρχαία του μορφή, με:
· τη διατήρηση, συντήρηση κι αντιγραφή αρχαιοελληνικών χειρογράφων στα Μοναστήρια. 
· τη μελέτη της αρχαιοελληνικής «θύραθεν» σοφίας από τους Πατέρες της Εκκλησίας (πρβλ. Απολογητές, Κλήμης Αλεξανδρεύς, Καππαδόκες, Μ. Φώτιος, Αρέθας, Κύριλλος κ.ά.) και τη (διακριτική) εκλεκτικότητα των υγιών στοιχείων της (ακόμα και της Μυθολογίας μέσω της τυπολογικής ερμηνείας) ως προπαρασκευής της «άνωθεν σοφίας» (Θεολογίας). 
· την πρόσληψη και τον εμβαπτισμό αρχαιοελληνικών στοιχείων, όπως της γλώσσας (η ΚΔ, ουσία, ομοούσιον, ενέργεια, υπόστασις, Θεολογία, Ρητορική κ.λπ.), της Φιλοσοφίας (πρβλ. τη λογική του Αριστοτέλη, την οντολογία του Πλάτωνα, τη θεο-λογία των Πυθαγορείων, τις Ανθρωπολογίες των Επιμενίδη, ?ρατου και Κλεάνθη, που χρησιμοποίησε μάλιστα ο Απ. Παύλος στην ομιλία του στον ?ρειο Πάγο), της Ηθικής (το αρχαιοελληνικό μέτρο και τις αρετές, την ηθικολογία των Μένανδρου, Θουκυδίδη και Στωικών), της λατρείας (εκκλησία, μυστηριακά δρώμενα, τελετουργία), της Τέχνης (βλ. Ναοδομία, Βυζαντινή μουσική, Εικονογραφία) κλπ.
πηγή: Aντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου